Κείμενα - Έρευνες - Μελέτες

Η λύρα της Ικαρίας

Η λύρα της Ικαρίας: Τμήμα από την πτυχιακή εργασία του Σταύρου Νικολαΐδη που μπορείτε να βρείτε εδώ.

Λίγα λόγια για την λύρα της Ικαρίας, κατασκευαστικές και συγγενικές ιδιαιτερότητες.

Στην Ικαρία, την περίοδο που εξετάζουμε, από το 1900 έως το 1940, οι ηχητικές καταγραφές είναι σχεδόν ανύπαρκτες.

Έτσι, θα χρησιμοποιηθούν μαρτυρίες ανθρώπων (μουσικών και μη), κείμενα, εφημερίδες αλλά και φωτογραφίες της εποχής.

Επίσης, θα χρησιμοποιηθεί υλικό από επιτόπια έρευνα που έγινε στο νησί αλλά και εκτός αυτού, και θα στοιχεία από τον νεοσύστατο Αρχείο Παραδοσιακής Μουσικής της Ικαρίας.

Τα όργανα που συναντάμε την περίοδο αυτή σε όλο το νησί είναι η λύρα, το λαούτο, το μπουζούκι, το βιολί και η τσαμπούνα. Λογικά στις πιο ορεινές περιοχές θα ήταν πιο πιθανό να βρούμε την λύρα ή την τσαμπούνα και στις παραθαλάσσιες το βιολί ή και το αντίστροφο, ωστόσο γενικά, δεν παρατηρείται κάποιο μοτίβο ύπαρξης των οργάνων αυτών με βάση την γεωμορφολογία, όπως σε άλλες περιοχές του Αιγαίου.

Μια από τις πρώτες γραπτές αναφορές που έχουμε για την Ικαρία είναι από τον Άγγλο ιερέα και γιατρό της Αγγλικής πρεσβείας στην Κωνσταντινούπολη James Delaway, ο οποίος ταξίδεψε πολλές φορές στα νησιά του Αιγαίου την δεκαετία του 1780, και το 1782 επισκέφτηκε την Ικαρία.

Ο ίδιος παραβρέθηκε σε μια γιορτή κάποιου ορεινού χωριού, όπου οι άντρες χόρευαν τραγουδώντας συνοδευόμενοι από έναν σύγχρονο λυράρη, όπως ο ίδιος αναφέρει. Επίσης, περιγράφει το όργανο ως μια μοντέρνα τρίχορδη λύρα, η οποία έμοιαζε στο τενόρο βιολί με πιο μικρή ταστιέρα και τραχύ σκάφος, την οποία έπαιζε ο οργανοπαίχτης κατά το μήκος του χεριού.

Η λύρα που συναντάμε στην Ικαρία είναι η τρίχορδη αχλαδόσχιμη νησιώτικη, παρόμοια με την Δωδεκανησιακή ή πρώιμα λυράκια στην Κρήτη. Αν και κάποιος θα περίμενε να υπάρχει μια σχετική ομοιομορφία στα όργανα, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει. Παρατηρούμε αρκετές κατασκευαστικές διαφορές, όχι μόνο μεταξύ απομακρυσμένων περιοχών, κάτι που ίσως θα μπορούσε να θεωρηθεί λογικό, αλλά ακόμα και μέσα στα ίδια χωριά.

Αυτό συνέβαινε γιατί κανένας δεν ήταν επαγγελματίας μουσικός αλλά ούτε και υπήρχε επαγγελματίας οργανοποιός. Τις λύρες τις έφτιαχνε ο κάθε οργανοπαίχτης μόνος του με τα ελάχιστα εργαλεία που διέθετε, οπότε ήταν στην ευχέρεια και την δεξιότητα του καθένα πώς θα αποδώσει το κάθε όργανο. Επίσης, είναι και ο λόγος που συναντάμε διαφορετικά ξύλα στο σκάφος του κάθε οργάνου, όπως μουριά, κισσό, αχλαδιά, ενώ στο καπάκι θα βρούμε πάντα κατράνι.

Οι κατασκευαστικές διαφορές ταυτόχρονα μας παραπέμπουν και σε ηχητικές διαφορές. Αυτό το αναφέρω περισσότερο από άποψη ύφους, γιατί έτσι και αλλιώς οι λύρες διαφέρουν από οργανοποιό σε οργανοποιό ή ακόμα και από τον ίδιο τον οργανοποιό, κουβαλούν όμως πάντα το ηχόχρωμα τις περιοχής τους, όπως για παράδειγμα συμβαίνει στη Κρήτη, Κάρπαθο, και Κάσο. Στην περίπτωση της Ικαρίας υποθέτουμε ότι συνέβαινε το ίδιο, και αυτό γιατί οι διαφορές που υπάρχουν είναι στα στολίδια και στο μήκος του οργάνου, ενώ οι αποστάσεις και τα πάχη του σκάφους και του καπακιού όπως και το ξύλο που χρησιμοποιείται για αυτό, που αφορούν καθαρά τον ήχο αλλά και ένα συγκεκριμένο ηχόχρωμα, είναι παρόμοια μεταξύ τους.

Το συγκεκριμένο ξύλο εισαγότανε από την Τουρκία καθώς δεν υπάρχει στην Ελλάδα και η ονομασία του είναι Κέδρος Λιβάνου, που μετονομάστηκε σε κατράνι στις περιοχές εισαγωγής του λόγω του σκούρου χρώματος του. Αντικειμενικά είναι ξεκάθαρο και αναγνωρίσιμο το ηχόχρωμα σε αυτές τις περιοχές και στον μη έχοντα μεγάλη εξοικείωση με αυτά τα ιδιώματα.

Γενικά παρατηρούνται αρκετές ομοιότητες κατασκευαστικά και ως προς το ηχόχρωμα με τα Δωδεκάνησα.

Ακόμα, το δοξάρι που θα συναντήσουμε, αν και τις περισσότερες φορές δεν είναι άρτια κατασκευασμένο, θα φέρει κουδούνια που ονομάζονται γερακοκούδουνα.

Επίσης, στο βιβλίο του Φ. Ανωγειανάκη βρίσκουμε και άλλη ονομασία για το δοξάρι, το λυρόξυλο.

Επιπλέον, υπάρχουν αναφορές και για τετράχορδη λύρα στο νησί ή άλλη αναφορά, όπως λένε και οι ντόπιοι, για ένα όργανο με παραπάνω χορδές. Μπορούμε να υποθέσουμε ότι με αυτό ίσως να εννοούν τις συμπαθητικές χορδές, όμως δεν έχει βρεθεί τίποτα από τα δύο εκτός από το παρακάτω όργανο. Το συγκεκριμένο βρέθηκε πρόσφατα σε κακή κατάσταση χωρίς καπάκι στην περιοχή Καραβόσταμο το οποίο ανήκε στον Δ. Τσαντέ χωρίς να είναι ξεκάθαρο το έτος κατασκευής. Παρατηρούμε ότι διαθέτει τέσσερα κλειδιά αλλά στην προσπάθεια ανάλυσής του και στο πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει πρακτικά ως τετράχορδο αυτό το όργανο, καταλήξαμε ότι δεν γίνεται λόγω του μικρού πλάτους της ταστιέρας. Ένα παρόμοιο παράδειγμα που μπορούμε να δούμε είναι σε κάποια λυράκια της Κω, τα οποία διαθέτουν τέσσερις χορδές αλλά με τις μέχρι τώρα έρευνες τα όργανα αυτά παίζονταν με τα δάχτυλα και όχι με τα νύχια, και ίσως αυτός να είναι και ο μόνος τρόπος. Όπως και να έχει, αυτόν τον τρόπο παιξίματος δεν τον συναντάμε στην Ικαρία, όπως προκύπτει και μέσα από τις γραπτές και προφορικές αναφορές αλλά και από το ίδιο το όργανο, καθώς η ταστιέρα του είναι «σκαμμένη15» καθ’ όλο το μήκος της (μέχρι την πέμπτη βαθμίδα στις πρώτες δύο χορδές). Έτσι, μπορούμε να υποθέσουμε ότι το παραπάνω στριφτάλι (αναφέρομαι πάντα στην τελευταία μπάσα χορδή) θα είχε συμμετρικούς λόγους ύπαρξης ή θα μπορούσε να έφερε κάποια χορδή σε ρόλο ισοκρατήματος και όχι για το παίξιμο της μελωδίας.

Οι λύρες της εποχής σε όλα τα νησιά δεν διαθέτουν ταστιέρα με τη σημερινή μορφή, δηλαδή ένα επιπλέον ξύλο, παρόμοιο με αυτό του βιολιού, ήταν δηλαδή μονοκόμματο όλο το σκάφος. Επιπλέον, επειδή η λύρα παίζεται με τα νύχια, όταν δεν υπήρχε το επιπρόσθετο ξύλο κάποια στιγμή αναγκαστικά σκαλευόταν με την πάροδο των χρόνων.

Το κούρδισμα που χρησιμοποιούσαν ήταν σε πέμπτες, (λα – ρε – σολ). Επίσης, άλλα κουρδίσματα που έχουμε συναντήσει στην λύρα και αναφέρει και ο Δ. Θέμελης 16είναι «μι λα ρε», ίσως μεταγενέστερα σε μια προσπάθεια αντιγραφής του ύφους του βιολιού. Ένα τελευταίο κούρδισμα είναι, όπως το ονομάζουν και οι ίδιοι, το «τούρκικο» αλα – Τούρκα, κουρδίζοντας δηλαδή την λύρα μία πέμπτη στις πρώτες δύο και την επόμενη σε τέταρτη, το οποίο συνέβαινε όταν ήθελαν να παίξουν έναν συγκεκριμένο σκοπό, τον Τσαμούρικο. Το τελευταίο συνεχίζουν και το κάνουν ακόμα κάποιοι βιολιτζήδες.

Στα νοτιότερα Δωδεκάνησα, επίσης, υπάρχει το φαινόμενο η τελευταία χορδή της λύρας (η πιο μπάσα) να κουρδίζεται μια οκτάβα ψιλότερα, κάτι το οποίο γίνεται εφικτό με την χρήση εντέρινων χορδών. Επίσης, αυτό ενδείκνυται και στον τρόπο παιξίματος, καθώς η μελωδία παίζεται περισσότερο στην πρώτη χορδή, λιγότερο στην δεύτερη και καθόλου στην τελευταία. Παρόμοιες χορδές χρησιμοποιούσαν και στην περίπτωση μας. Οι δύο πρώτες παίζονται σχεδόν πάντα μαζί, ανεξάρτητα σε ποιες από τις πρώτες δύο χορδές αποδιδόταν η μελωδία, και η τελευταία αποκλειστικά για ίσο. Στην Ικαρία δεν έχουμε βρει αναφορές για κούρδισμα μιας οκτάβας ψιλότερης στην τελευταία χορδή. Έχουμε όμως το ταυτόχρονο παίξιμο των δύο πρώτων και την μελωδία σχεδόν πάντα στην πρώτη χορδή, χωρίς να έχουμε ακούσει μέχρι σήμερα την χρήση της τελευταίας μπάσας.

Για το Αρχείο Παραδοσιακής Μουσικής Ικαρίας

Σταύρος Νικολαιδης