Κείμενα - Έρευνες - Μελέτες

Κάλαντα και Παινέματα

ΚΑΛΑΝΤΑ

Αρκιμηνιά κι αρκιχρονιά

ψηλή μου δεντρολιβανιά

κι αρκή καλός μας χρόνος

εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.

Κι αρκή που ήβγεν ο Χριστός

σαν άγιος και πνευματικός

στην γη να πορπατήσει

και να μας καλοκαρδίσει.

Αής Βασίλης έρκεται

άρχοντες το κατέχετε

από την Καισαρεία

συ ‘σαι αρχόντιασσα κυρία.

Βάστα εικόνα και χαρτί

ζαχαροκάντιο ζυμωτή

χαρτίν και καλαμάρι

δες και με το παλικάρι.

Το καλαμάρι ήγραφε

η μοίρα μου το ήλεε

και το χαρτί ομίλει

άσπρε μου χρυσέ μου κρίνε.

Βασίλη πόθεν έρκεσαι

και ‘ε μας καταέχεσαι

και πόθεν κατεένεις

και ‘ε μας εσυντυχαίνεις.

Από της μάνας  μ’ έρκομαι

κι ‘εω σας κάταεχομαι

κι εις στο σκολιό μου πάω

‘ε μου λετε ηντα  να κάμω.

Κάτσε να φας, κατσέ να πιείς

κάτσε τον πόνο σου να πεις

κάτσε να τραουήσεις

και να μας καλοκαρδίσεις.

Εγώ γραμμάτα μάθαινα

και να σας πω τι πάθαινα

τραούδια εν ηξέρω

αντικρύ για να σ’ εύρω.

Και σαν ηξέρεις γράμματα

πόσες φορές με κλάματα

πε μας την αρφαβήτα

πώς ηπέρασες την νύχτα.

Και στο ραβδίν ηκούμπησε

να πει την αρφαβήτα

πως ηπέρασεν τη νύχτα

χλωρό ραβδί ξερό ραβδί

πότε στην μπόρτα σου να μπει

χλωρά βλαστάρια πέτα

ροδοκόκκινη βιολέτα.

Κι απάνω στα βλαστάρια της

ερωτίκα τα μάθια της

μπέρδικες εκελαιδούσαν

και ‘ε μας το εμηνούσαν.

Εν ήσαν μόνον μπέρδικες

και κοπελιές λεβέντικες

ησάν περιστεράκια

μαύρα μου γλύκα ματάκια.

Κατέβηκε μια μπέρδικα

πως πορπατεί λεβέντικα

να βρέξει το φτερό της

με το νυχοποδαρό της

και βρέχει τον αφέντη μας

Βασίλη τον λεβέντη μας

και βρέχει την λεβέντισσα

Δέσποινα την λεβέντισσα

τους πολυχρονεμένους

κι εις τον κόσμο ξακούσμενος.

 

ΠΑΙΝΕΜΑΤΑ

 

Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρτάμεν

πέτρα να μην ραΐσει

κι ο νοικοκύρης κι η κύρα χρόνια πολλά να ζήσει.

 

Να ζήσουν χρόνους εκατό και να τους ξεπεράσουν

κι απ’ τα εκατό και ύστερα ν’ ασπρίσουν να γεράσουν.

 

Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρταμεν

στα τέσσερα καντούνια του χρόνου

σαν και σήμερο να ‘χει μωρό στην κούνια.

 

Σ’ αυτό το σπίτι που ‘ρταμεν τα πάτερα ξυλένια

του χρόνου σαν και σήμερο να ‘ναι μαλαματένια.

 

Εμείς εδώ δεν ήρταμε να φάμε και να πιούμε

μόνον σας αγαπούσαμε και ήρταμε να σας βρούμε.

 

Ήβραμε πόρτα ανοιχτή θαρρώ πως έχει και πηχτή

φοινίκια λουκουμάδες και κρασί και κρασί με της οκάδες.

 

Αλλά πολλά σας είπαμε κι ακόμα θα σας πούμε

βάρτε μας  βάρτε μας κρασί να πιούμε.

 

*

 

Βάλεις τον ήλιο πρόσωπο

και το φεγγάρι αγγάλι

και τον καθάριο ουρανό

βάλεις τον για δαχτυλίδι.

 

Χρόνια πολλά χρόνια καλά

κι εσείς και οι δικοί σας

να ‘ρτούνε τα ξενάκια σας

και ούλοι οι ναυτικοί σας.

 

Αφέντη μου στο σπίτι σου

χρυσή καντίλα φέγγει

φέγγει στους ξένους ν’ οδηγούν

τους ξένους ν’ αγκαλιάζουν.

 

Απάνω από την θήρα σας

έχει μια περιστέρα

κι αν είναι κι από θέλημα

να πούμε καλησπέρα

και του χρόνου τέθοια μέρα.

 

Μα εσένα αφέντη μου πρέπει σου

για να κρατάς την μέση σου

ζωνάρι ζωνάρι μεταξένιο

μες στο μα μες στο μάλαμα ραμμένο.

 

Και πάλι ξαναπρέπει σου

στ’ αλόγο  να καθίζεις

για να περνάς τους ποταμούς

στην γη να μην αγγίζεις.

 

Οι γιοι οι σας να ‘ναι δυνατοί

να ναι και δουλευτάδες

κι οι κόρες σας να ναι λιγνές

να ‘ναι καλές νοικοκυράδες

να κερνούν να κερνούν και λουκουμάδες.

 

Κι αν έχεις γιο μοναχογιό

σαν το σγουρό βασιλικό

γαπά τις μαυρομάτες

κι ούλες της παιχνιδομάτες.

 

Βαΐτσα άναψε κερί

ανέβα και κατέβα

φέρε πανέρια κάστανα

πανέρια με καθούρες

φέρε και το καλόν κρασί

να πιούν τα παλικάρια

μαύρα μου μαύρα μου γλυκά μου μάτια.

 

Άι Βασίλης τραουά

κοιμάται στα τριαντάφυλλα

γεννιέται στα λουλούδια

και μες στην νύχτα πορπατεί.

 

Να βρε να βρει το σπιτικό σας

βαρτέ φαΐν βαρτέ κρασί

για να για να σταθεί κοντά σας

να χαρεί να χαρεί την αρχοντιά σας.

 

*

 

Εσένα αφέντη πρέπει σου καράβι να αρματώσεις

και τα σχοινιά και τα πανιά να τα μαλαματώσεις.

Η πλώρη να ‘ναι μάλαμα η πρύμη ναν’ ασήμι

καταμεσής του καραβιού να ‘ν‘ ο Άι Βασίλης.

 

Εσένα αφέντη πρέπει σου το χρυσοκουνουδάκιν

χίλια να πηαίνουν από μπρος και δυο χιλιάδες πίσω

χίλια να αρμέεις το πρωί και χίλια την εσπέραν

και εσά εις τα βραδιάσματα να αρμέεις τρεις χιλιάδες.

 

Εσένα αφέντη μου πρέπει σου ζευγάριν να αρματώσεις

να σπείρεις την ηέρα σου πενήντα μόδια σπόρο

κουκιν’ ροβίθι δεκαοχτώ σιτάρι δεκαπέντε

να ‘ναι και οι ζεβλοδέτες σου κομματιών αλυσίδα.

 

Πολλά παμέν τ’ αφέντη μας ας πούμε της κεράς μας.

Κερά λιγνή κερά ψηλή κερά καμπανοφρύδα

που ‘χεις τον ήλιο μέτωπο και το φεγγάρι στήθος

και του κοράκου το φτερό το ‘χεις καμπανοφρύδι.

Όταν σειστείς και λυγιστείς και πας στην εκκλησά σου

εσύ ‘σαι το ψηλον δεντρί και οι άλλες τα κλωνιά σου

κι ο δρόμος ρόδα γεμισεν αφ’ την ποπρατήσά σου

 

Πολλά πάμεν και της κέρας ας πούμε και της κόρης.

Έχετε κόρην έμορφην που δεν έχει ιστορία

μη ες την Πόλη βρίσκετε μη ες την Βενετία.

Μέσα στο γάλα λούζεται και πέρει την ασπρίλλα

και μέσα στα τριαντάφυλλα την ροδοκοκκινίλα.

 

Εχετε Κορην έμοργη γραμματικός την θέλει

κι αν είναι και γραμματικός πολλά προύκια γυρεύγει.

Γυρεύγει κάμπους άθερους και κάμπους θερισμένους

γυρεύγει αμπέλια ατρύγητα κι αμπέλια τρυγημένα

γυρεύγει και την θάλασσα μ’ ούλα τα άρμενα της

γυρεύγει και τον κυρ’ βοριά να τα καλαρμενίζει.

 

Πολλά πα μεν της κόρης μας ας πουμεν και του γιου μας

Έχετε γιο στα γράμματα και γιον εις το ψαλτήρι

να τον ξιώσει ο θεός να βάλει πετραχειλι

 

Πολλά ‘πα μεν του γιούκα σας ας πούμε της Βαΐτσας

Βαΐτσα ‘δω Βαΐτσα ‘κει Βαΐτσα στο λυχνάρι

Βαΐτσα συλλογίζεται το τι να πρωτοβάλει.

Βγάζει πανέρια κάστανα πανέρια πορτοκάλια

βγάλει και το καλόν κρασί να πιούν τα παλικάρια.

 

*

 

Απάνω από τη θύρα σας

έχει μια περιστέρα

κι αν είναι κι από θέλημα

να πούμε καλησπέρα.