Κείμενα - Έρευνες - Μελέτες

Το βιολί στην Ικαρία

Η παρουσία του βιολιού και γενικότερα των τοξοτών οργάνων χάνεται στο βάθος του χρόνου. Στον Ελλαδικό χώρο ένα ασφαλές χρονικό σημείο είναι ίσως η αρχή ή τα μέσα του 19ο αιώνα.
Είναι πλέον ένα – αν όχι- το κύριο μελωδικό όργανο τόσο στη στεριανή όσο και στη νησιωτική Ελλάδα, στα τυπικά οργανικά συγκροτήματα που συναντάμε κατά τόπους με τις ποικίλες διαφοροποιήσεις στον παίξιμο το χρώμα και την απόδοση του.

Ασυγκέραστο, κουρδισμένο γενικά κατά πέμπτες, επιτρέπει στον οργανοπαίχτη να αποδώσει όλα τα διαστήματα των βυζαντινών ήχων. Παλαιότερα και λιγότερο σήμερα κουρντιζόταν και αλά τούρκα ή σε χαμηλό ντουζέν.

Το βιολί έχει πολλές εισόδους στην Ελλάδα ίσως και από τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα.

Στην έρευνα του Αρχείου Παραδοσιακής Μουσικής Ικαρίας εντοπίζουμε το βιολί στα μέσα της δεκαετίας του 1920, συγκεκριμένα το 1925 σε μια φωτογραφία που παρατίθεται στο αρχείο. Εκεί βιολιτζής είναι ο Δημήτρης Γλαρός ή «Τζίμης» και η φωτογραφία είναι τραβηγμένη στον Άγιο Κήρυκο.

Στη συνέχεια, στο Χριστό Ραχών το 1927 και σε άλλη μια φωτογραφία με χρονολόγηση συναντάμε στο λεύκωμα φωτογραφιών του κ. Θέμη Σπέη «Ταξίδι με τους Ικαριώτες» στον 20ο αιώνα» το 1927 σε γάμο στο χωριό Μαυράτων, όπου γνωρίζουμε ότι βιολιτζής είναι ο Νίκος Αδάμος ή Μόρτης από το χωρίο Τσουρέδων , από κει και μετά το βιολί το συναντάμε όλο και πιο συχνά σε φωτογραφίες με το πέρας του χρόνου.

Η είσοδος του βιολιού σαν όργανο στην παραδοσιακή μουσική της Ικαρίας έχει πύλες εισόδου την Αθήνα και την Αμερική και θα σταθούμε σε δυο βιολιτζήδες που επαληθεύουν την άποψη αυτή.
Ο βιολιτζής Δημήτρης Γλαρός γεννηθείς το 1882 μεταναστεύει στην Αμερική μάλλον από το 1905 μέχρι το 1915, περίοδος μαζικού φευγιού Ικαριωτών προς την Αμερική.

Αυτό συμβαίνει κυρίως για δύο λόγους:
Αρχικά την περίοδο αυτή στην Ικαρία η φυλλοξέρα στην αμπελοκαλλιέργεια έχει εμφανή οικονομικό αντίκτυπο στο νησί. Επιπλέον η υποχρεωτική επιστράτευση που απορρέει από το νεοτουρκικό σύνταγμα, ωθεί πολύ κόσμο στη μετανάστευση, κυρίως προς την Αμερική, ώστε να μην καταταχθούν στον οθωμανικό στρατό. Άλλωστε η Ικαρία εκείνη την περίοδο και μέχρι το 1912 βρίσκεται στην οθωμανική επικράτεια.

Στην Αμερική η ομογένεια είναι εξοικειωμένη με την παρουσία του βιολιού ως κύριο όργανο λαϊκής διασκέδασης. Μπορούμε να ανατρέξουμε στην παρουσία στην Αμερική του πασίγνωστου βιολιτζή Γιώργου Μακρυγιάννη ή Νισύριου αλλά και τόσων άλλων βιολιτζήδων και ηχογραφήσεων την δεκαετία του 1910 εκείνη την περίοδο.

Ο Δημήτρης Γλαρός ή «Τζίμης» γυρνάει στην Ικαρία έχοντας μάθει να παίζει βιολί και συμμετέχει σε κοινωνικές εκδηλώσεις στης αρχές της δεκαετίας του 1920. Μια εκ των θυγατέρων του είναι γεννημένη το 1923 στην Ικαρία.

Μαζί του φυσικά φέρνει το βιολί αλλά και το καινούργιο αστικό, δυτικό ρεπερτόριο που σιγά σιγά αντικαθιστά το παλαιό τοπικό ρεπερτόριο, γεγονός που εκείνη την περίοδο λαμβάνει χώρα και σε άλλα νησιά.

Την δεκαετία του 1920 ξεκινάει και ο παραγκωνισμός της νησιώτικης Λύρας και αντικατάστασης της με το βιολί κυρίως στα Δωδεκάνησα. Κάλυμνος, Ρόδος, Νίσυρος, Κως φυσικά και στην Ικαρία, που είναι κυρίως μουσική και πολιτισμική προέκταση των Δωδεκανήσων.

Ο δεύτερος βιολιτζής που επαληθεύει την υπόθεση του Αρχείου είναι ο Νίκος Αδάμος που στα μέσα της δεκαετίας του 1910, βρίσκεται σαν οργανοπαίχτης στην μουσική ορχήστρα χωροφυλακής Αθηνών.

Στην φωτογραφία που εντοπίζουμε στο λεύκωμα φωτογραφιών του κ. Θέμη Σπέη «Ταξίδι με τους Ικαριώτες στον 20ο αιώνα» τον βλέπουμε να φορά το αντίστοιχο πηλήκιο ίσως ως ένδειξη επισημότητας ή αναγνώρισης της μουσικής του δεξιότητας.

Μετά το 1912 η μεγάλη επαφή με τα μικρασιατικά παράλια αραιώνει και η Αθήνα γίνεται η βασική επιρροή, γεγονός που θα μας απασχολήσει και μετέπειτα στην έρευνα μας για την συνοδεία του βιολιού στην Ικαριώτικη ζυγιά.

Από την δεκαετία του 1920, μουσικά τουλάχιστον, παρατηρούμε ότι από μια κυρίως αγροτοκτηνοτροφική κοινότητα περνάμε σταδιακά στην αστική. Την μετάβαση αυτή ακολουθούν τα τοπικά όργανα, τσαμπουνοφυλάκα και λύρα καθώς και οι τοπικοί σκοποί. Δίνουν την θέση τους στα καινούργια όργανα που πρωταγωνιστούν στις βιομηχανικά σύγχρονες κοινωνίες, το βιολί, το μπουζούκι, το μαντολίνο, αργότερα το ακορντεόν και το καινούργιο ρεπερτόριο.

Το βιολί συναντάται πρώτη φορά στα τρία κέντρα του νησιού Άγιο Κήρυκο, Εύδηλο και Ράχες, όπου λαμβάνουν χώρα κατά βάση το εμπόριο και βρίσκονται εστιατόρια και καφενέδες.
Ειδικότερα στον Άγιο Κήρυκο και Εύδηλο βρίσκονται τα λιμάνια με τους καραβοκυραίους της τότε εποχής και τους εμπόρους που γνωρίζουν τα αστικά κέντρα και τους αστικούς τρόπους διασκέδασης.

Η έλευση του βιολιού παίρνει την μορφή μόδας και έτσι πάρα πολλοί λυράρηδες μεταπηδούν στο βιολί επιζητώντας το μεγαλύτερο εύρος μουσικής έκφρασης που έχει.
Η ζυγιά του βιολιού στην Ικαρία την δεκαετία του 1920 και μέχρι την δεκαετία του 1950 είναι τις περισσότερες φορές το μπουζούκι που αντικαθιστά το λαούτο, λόγω του ότι το μπουζούκι είναι φτηνότερο και υπάρχουν περισσότεροι οργανοποιοί για να το προμηθεύσουν στην Αθήνα.

Μετά την δεκαετία του 1950 το λαούτο είναι ποιο συχνό στην ζυγιά. Διαβάστε αναλυτικά  στο κείμενο για το Λαούτο στην Ικαρία .

Το ρεπερτόριο του βιολιού παραμερίζει τους τοπικούς σκοπούς όπως και τα τοπικά όργανα, ιδιαίτερα από την δεκαετία του 1950 όπου συναντάμε εδραιωμένα στο ρεπερτόριο τον Συλιβριανό, Μεμέτη μου Αϊβαλιώτικο, Πολίτικο συρτό και Μπάλο, Βαλς, Ταγκό, φοξ, τραγούδια της εποχής και τοπικούς σκοπούς πέραν του Ικαριώτικου την Συμπεθέρα.

Αυτό βέβαια από την δεκαετία του 2010 αρχίζει και αλλάζει και κάποιες ορχήστρες του νησιού συμπεριλαμβάνουν όλο και παραπάνω τοπικούς σκοπούς.

Περιπτώσεις κατασκευής βιολιού στην Ικαρία από οργανοποιούς δεν έχουμε εκτός από ένα βιολί του βιολιτζή Νικόλα Κοτσορνίθη το οποίο και κατασκεύασε ο ίδιος.

Γνωστοί παλαιοί οργανοπαίχτες στην Ικαρία ήταν ο Νικόλας Κοτσορνίθης από το χωρίο Περδίκι (αναλυτικά στο αφιέρωμα του Αρχείου Παραδοσιακής Μουσικής Ικαρίας ) ο Σταμάτης Βατούγιος ή «Ψαχτούρι» από το χωριό Φραντάτων, ο Νίκος Τσεπέρκας από το χωρίο Άγιος Πολύκαρπος.

Για το Αρχείο Παραδοσιακής Μουσικής Ικαρίας

Σιδερής Λιάρης